Menu

A+ A A-

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΣΚΑΡΔΟ

Από τον Σύνδεσμο Ρισιάνων “ H ΑΣΤΕΡΙΣ»

Με εξαιρετική επιτυχία πραγματοποιήθηκε στις 17 Αυγούστου 2016 η εκδήλωση της παρουσίασης του βιβλίου της Μάνιας Μπεριάτου με τίτλο «Φισκάρδο Κεφαλονιάς: αρχιτεκτονικές, πολεοδομικές, περιβαλλοντικές όψεις του παραδοσιακού οικισμού» που διοργανώθηκε από το Σύνδεσμο Ρισιάνων “HΑΣΤΕΡΙΣ” σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κεφαλληνίας .

Την εκδήλωση παρακολούθησε πλήθος κόσμου, συμπολιτών μας αλλά και επισκεπτών, μεταξύ των οποίων  ήσαν και ο συμπατριώτης μας Γενικός Γραμματέας Τουρισμού κ. Γ. Ζαχαράτος με τη σύζυγό του καθηγήτρια αρχαιολογίαςκα Όλγα Γκράτσιου, ο καθηγητής αρχιτεκτονικής κ.Σ.Ραυτόπουλος με τη σύζυγό του κα  Μ.Καζούλη, ο καθηγητής φιλοσοφίας και αντεπιστέλλων μέλος της Ακαδημίας Αθηνών καθηγητής κ.Λάμπρος Κουλουμπαρίτσης οι καθηγητές ιατρικής κ.Α. Γερμενής και κ.Ι.Τσελέντης, ο καθηγητής ΕΜΠ κ.Γ.Παναγιώτου, ο καθηγητής κ.Δ.Τουλιάτος,  ο λαογράφος- εκπαιδευτικός κ.Μάκης Γαλανός, ο πρώην πρόεδρος της αδελφότητας Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά κ. Δ. Κουγιανός, η συγγραφέας κα Δ. Κατεβάτη,  καλλιτέχνες και  άλλοι πνευματικοί άνθρωποι.

Την όλη εκδήλωση συντόνισε η πρόεδρος του συνδέσμου κα Ελένη Κουλουμπαρίτση η οποία μαζί με άλλα μέλη του συνδέσμου οργάνωσε και προετοίμασε μια υπέροχη  βραδιά στο Αλωνάκι.

Κάνοντας την έναρξη η κα Κουλουμπαρίτση αναφέρθηκε στους ομιλητές και γενικά στο πρόγραμμα ενώ ετόνισε  την συμβολή και χρησιμότητα  του βιβλίου για την προστασία και  προβολή  του Φισκάρδου. Στη συνέχεια έλαβε το λόγο ο ιστορικός και ομότιμος διευθυντής ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών κ. Νίκος Μοσχονάς ο οποίοςήταν ο κύριος ομιλητής και έκανε μια συστηματική και κατατοπιστική παρουσίαση του βιβλίου. (Η ομιλία του παρατίθεται αυτούσια στο τέλος). Μετά ο λόγος δόθηκε στην αρχαιολόγο, αναπληρώτρια προϊσταμένη της Εφορίας αρχαιοτήτων Κεφαλληνίας κα Ελένη Παπαφλωράτου η οποία αναφέρθηκε  στα κρίσιμα αρχαιολογικά θέματα του Φισκάρδου που συνδέονται άμεσα με την δομή και λειτουργία του οικισμού και χαιρέτισε την έκδοση του βιβλίου που θίγει και τα ζητήματα αυτά.

Τέλος, η συγγραφέας Μάνια Μπεριάτου αφού ευχαρίστησε τους παρευρισκόμενους αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην επιτόπια έρευνά της στις διάφορες εποχές του χρόνου από την οποία απέκτησε βιωματική σχέση με το Φισκάρδο, καθώς και στον προβληματισμό  για την λεπτή ισορροπία και σύζευξη που πρέπει να υπάρχει  ανάμεσα στην διατήρηση και ανάδειξη της ιστορική κληρονομιάς με σεβασμό  στο πνεύμα  της  παράδοσης και στην αναπόφευκτη πρόοδο και εξέλιξη των σημερινών συνθηκών ζωής.

Η βραδιά ολοκληρώθηκε από την εξαιρετική μουσική και τα τραγούδια των αδελφών Καραβιώτη που είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν οι παρευρισκόμενοι –κάτοικοι και τουρίστες

Ομιλία Κ. Νίκου Μοσχονά

            Οι σεισμοί του 1953 έχουν γίνει ιστορικό ορόσημο για την Κεφαλονιά και για τα νησιά του κεντρικού Ιονίου γενικότερα. Πριν και μετά τους σεισμούς. Τί υπήρχε πριν, τί απέμεινε μετά. Και τί έγινε μετά. Απο τότε μέχρι και σήμερα. Και τί πρόκειται να συμβεί μελλοντικά. Στην Κεφαλονιά, οι σεισμοί του 1953 άφησαν σχετικά απείραχτα κάποια δείγματα απο την παλιά αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του νησιού διάσπαρτα, ένα-δυο στις πόλεις, περισσότερα στους οικισμούς της υπαίθρου. Αλλά, τύχη αγαθή διαφύλαξε την ιστορική και γραφική κωμόπολη του Φισκάρδου. Την αλλοτινή Πάνορμο. Ο σεισμός χαλιναγώγησε την ορμή του και σταμάτησε εκεί το καταστροφικό του έργο. Ίσως τον έθελξε η γραφικότητα του χώρου, ο εναγκαλισμός θάλασσας και στεριάς, η αρμονία φυσικού και ανθρωπογενούς κλίματος. Τα σχήματα και τα χρώματα. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι ο Εγκέλαδος φτάνοντας στο Φισκάρδο μαγεύτηκε και είπε να ηρεμήσει εκεί και να κάμει διακοπές. Από τότε το Φισκάρδο έγινε πόλος έλξης γηγενών και ξένων παραθεριστών και τουριστών, ο οικισμός αναπτύχθηκε οικοδομικά, το λιμάνι γέμισε με πολυτελή σκάφη, η οδική κίνηση υπερκορέσθηκε, τέλος πάντων το Φισκάρδο, αυτός ο κηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός, έφτασε να αντανακλά όλο το φάσμα του σύγχρονου ανέμελου ευδαιμονισμού, τουλάχιστον την καλοκαιρινή περίοδο, και να υφίσταται τις ενίοτε εκτρεπτικές πιέσεις του.

            Όμως, το Φισκάρδο, για όλους αυτούς τους λόγους και πολλούς άλλους, τράβηξε το επιστημονικό ενδιαφέρον της αρχιτέκτονος και πολεοδόμου Μάνιας Μπεριάτου, που μελέτησε συστηματικά την παρούσα κατάσταση του οικισμού συντάσσοντας τη διπλωματική της εργασία στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Εκείνη η εργασία εμπλουτισμένη και επικαιροποιημένη με νέα στοιχεία διαμορφώθηκε τελικά στο βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα.

            Το θέμα του βιβλίου, που – όπως διατυπώνεται στον τίτλο του έργου –  εξετάζει την αρχιτεκτονική, την πολεοδομία και το φυσικό περιβάλλον του Φισκάρδου, αναπτύσσεται σε πέντε κεφάλαια. Προηγείται σύντομη εισαγωγή, όπου παρουσιάζεται η προϊστορία του βιβλίου, αναλύονται οι λόγοι που οδήγησαν στην επιλογή της μελέτης του θέματος και εκτίθεται η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε. Η συγγραφέας κατα την προσέγγιση του αντικειμένου πέρα απο την αναδίφηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας ανέπτυξε δίκτυο επικοινωνίας και πληροφόρησης με τους οικείους τοπικούς και άλλους οργανισμούς (Ιστορικό Αρχείο, δημόσιες υπηρεσίες Κεφαλονιάς, Υπουργεία, ΕΟΤ, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος κ.λπ.) και πραγματοποίησε επιτόπια έρευνα για την «απογραφή όλου του κτηριακού αποθέματος του οικισμού», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Οι διαπιστώσεις που προέκυψαν και οι συνακόλουθοι προβληματισμοί οδήγησαν στη διατύπωση προτάσεων και στη σύνταξη πλαισίου «για τη βιώσιμη διαχείριση και προστασία του οικισμού του Φισκάρδου». Οι λόγοι που προσέλκυσαν το ενδιαφέρον της Μάνιας Μπεριάτου για το Φισκάρδο συνοψίζονται στους εξής: Το Φισκάρδο υπήρξε λιμάνι ακτοπλοΐας με συντεταγμένο απο τον 19ο αιώνα ρυμοτομικό σχέδιο, αναγνωρίστηκε απο το 1975 ως παραδοσιακός οικισμός, έχοντας διασωθεί απο τον καταστροφικό σεισμό του 1953, ενώ έχοντας αποβεί διεθνής τουριστικός στόχος υψηλών απαιτήσεων κινδυνεύει ως παραθαλάσσιος οικισμός να υποστεί αλλοιώσεις στην αισθητική του οικιστικού τοπίου και του φυσικού περιβάλοντος απο την υπέρμετρη τουριστική ανάπτυξη και ασύμμετρη δόμηση. Φυσικά το ενδιαφέρον της συγγραφέως ενισχύθηκε απο το γεγονός ότι η κεφαλονίτικη καταγωγή της επέτρεψε την άμεση και βιωματική σχέση της με τον τόπο.

            Το πρώτο κεφάλαιο επιγράφεται Κτισμένη κληρονομιά και παραδοσιακοί οικισμοί. Αναλύεται ο όρος «κληρονομιά» όταν προσλαμβάνει αισθητική χροιά και γίνεται αναφορά στην έννοια της αστικής κληρονομιάς που συζητήθηκε αρχικά στο Διεθνές Συνέδριο Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής στην Αθήνα το 1933 και που αναπτύχθηκε  απο τον LeCorbusierστην Χάρτα των Αθηνών το 1957. Στη συνέχεια εξετάζεται η σύμφωνα με τη Σύμβαση της UNESCO  του 1972 διάκριση της φυσικής και της πολιτιστικής κληρονομιάς (μνημεία, κτηριακά σύνολα, ανθρωπογενές περιβάλλον παλαιό και σύγχρονο), δημοσιεύονται αποσπάσματα απο τις κατα καιρούς διεθνείς και ευρωπαϊκές αποφάσεις για την προστασία της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς, καταγράφονται τα εννέα διεθνή και ευρωπαϊκά τεκμήρια αυτής της πολιτικής απο τη Χάρτα της Βενετίας του 1964 μέχρι τις Αρχές της Valettaγια την προστασία ιστορικών πόλεων, οικισμών και αστικών περιοχών του 2011 και αναφέρονται οι διεθνείς οργανισμοί που ασχολούνται με τα σχετικά ζητήματα (UNESCO, Συμβούλιο της Ευρώπης, ICOMOS, EuropaNostraκ.λπ.). Σε αυτά προστίθεται η σχετική ελληνική νομοθεσία και η σύμφωνα με αυτή αντιμετώπιση των παραδοσιακών οικισμών και εκτίθεται το ιστορικό της προστασίας των παραδοσιακών οικισμών απο τους ελληνικούς δημόσιους οργανισμούς (Εφορεία Νεωτέρων Μνημέιων, Υπουργείο Εσωτερικών, Δημοσίων Έργων, Πολιτισμού, Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, ΕΟΤ). Ακολουθεί προσέγγιση του ζητήματος των παραδοσιακών οικισμών στα Ιόνια Νησιά και ιδιαίτερα στην Κεφαλονιά και στην Ιθάκη, όπου έχουν μέχρι σήμερα χαρακτηριστεί ως παραδοσιακοί 35 οικισμοί (οι τρεις πρώτοι ήταν το Βαθύ της Ιθάκης, το Φισκάρδο και η Άσος χαρακτηρισμένοι απο τη δεκαετία του ’70).

            Με το δεύτερο κεφάλαιο ο φακός της ερευνήτριας Μάνιας Μπεριάτου εστιάζεται πλέον στο κύριο θέμα του βιβλίου εξετάζοντας τη Διαχρονική εξέλιξη του Φισκάρδου: τη γεωγραφική θέση και τα φυσικά χαρακτηριστικά του οικισμού και της ευρύτερης περιοχής, την ιστορική εξέλιξη, όπου γίνονται αναφορές στα αρχαιολογικά και ιστορικά τεκμήρια του χώρου απο την προϊστορική εποχή μέχρι τα νεότερα χρόνια, την ανάπτυξη του οικισμού και την οδική σύνδεσή του με το Αργοστόλι τον 19ο αιώνα, την ανάπτυξή του ως κέντρο ναυτιλιακής και εμπορικής διαμετακομιστικής δραστηριότητας και τέλος οι κοινωνικές συνέπειες των σεισμών του ’53. Ιδιαίτερο υποκεφάλαιο αποτελεί η Πολεοδομική εξέλιξη του Φισκάρδου με αφετηρία το (δεύτερο) πολεοδομικό σχέδιο του οικισμού που συντάχθηκε επι Κουμουνδούρου το 1877. Είχε προηγηθεί το σχέδιο του Λιξουριού το 1867, ενώ το 1877 δημιουργήθηκε επίσης το σχέδιο του Αργοστολιού και δύο χρόνια αργότερα της Αγίας Ευφημίας (1879), ενώ αντίστοιχα σχέδια είχαν δημιουργηθεί στην ίδια περίοδο και στα άλλα Ιόνια νησιά. Ακολουθεί το υποκεφάλαιο με τα Δημογραφικά / πληθυσμιακά στοιχεία, όπου εξετάζευαι η δημογραφική εξέλιξη της κοινότητας (1920-2011) και του οικισμού του Φισκάρδου (1951-2011) σε αντιπαράθεση με την εξέλιξη του πληθυσμού του νομού (1920-2011) και τέλος εξετάζεται η Διοικητική ένταξη και δομή του οικισμού.

            Με το τρίτο κεφάλαιο η συγγραφέας προχωρεί στην Αρχιτεκτονική και πολεοδομική διερεύνηση μέσα απο θεσμικά και βιβλιογραφικά τεκμήρια. Σε πρώτη φάση εξετάζει την Αρχιτεκτονική και μορφολογική διάσταση, όπου αφού εκθέσει συνοπτικά την αρχιτεκτονική και μορφολογική διάσταση της κατοικίας στα Επτάνησα και στη συνέχεια στην Κεφαλονιά, μελετά αναλυτικότερα την αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Φισκάρδο. Κατατάσσει τα κτίσματα σε κατηγορίες με βάση την οργάνωση του κτηρίου ως προς την κάτοψη, τον αριθμό των ορόφων και τον τύπο της στέγης. Μελετά την εξωτερική και εσωτερική τοιχοποιία, την οργάνωση της πρόσοψης με τους εξώστες, επισημαίνει την απουσία οργανικής αυτής και αναφέρεται στα μορφολογικά στοιχεία. Στη συνέχεια προσεγγίζει αναλυτικότερα τους τύπους των δύο δημόσιων κτηρίων, της εκκλησίας και του νεότερου περίστυλου Μουσείου (1936) και των κατοικιών με αναφορά στους αρχιτεκτονικούς τύπους, στα υλικά κατασκευής, στα μορφολογικά στοιχεία και στη χρήση των ασβεστοχρωμάτων για το βάψιμο των τοίχων. Το τελευταίο υποκεφάλαιο αναφέρεται στις πολεοδομικές ρυθμίσεις και μελέτες που είχαν συνταχθεί κατά το παρελθόν. Ιδιαίτερη σημασία κατέχει εδώ ο λειτουργικός πίνακας «Όροι και περιορισμοί δόμησης οικισμού Φισκάρδου» καθώς και οι πίνακες με τις σχετικές Γενικές και Ειδικές ρυθμίσεις. Ακολουθεί η εξέταση των πολεοδομικών μελετών που έγιναν στο πλαίσιο του «Προγράμματος διατήρησης και ανάπτυξης παραδοσιακών οικισμών του ΕΟΤ (1975-1992)», στο οποίο ασκείται απο την συγγραφέα συγκροτημένη κριτική και σχολιασμός. Το υποκεφάλαιο ολοκληρώνεται με την έκθεση της Μελέτης επέκτασης - αναθεώρησης Φισκάρδου στο πλαίσιο της Επιχείρησης Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης του ΥΠΕΧΩΔΕ (1988).

            Μετά την εξέταση όσων αναφέρθηκαν, η Μάνια Μπεριάτου εισάγεται στο στάδιο της αυτοψίας παρουσιάζοντας την Αρχιτεκτονική και πολεοδομική διερεύνηση – απο έρευνα πεδίου, όπως ενδεικτικά σημειώνεται στον τίτλο του 4ου κεφαλαίου. Η πρώτη παρατήρηση που εκτίθεται είναι ήδη εντυπωσιακά πραγματιστική: το Φισκάρδο «τείνει τα τελευταία 30 χρόνια προς μια συνθήκη “ιδιότυπης ερημοποίησης”», έχοντας ως μόνιμη δραστηριότητα τον τουρισμό αποκλειστικά κατα τους θερινούς μήνες και δίνοντας τον υπόλοιπο χρόνο την εντύπωση εγκαταλειμμένης περιοχής. Η συγγραφέας εξετάζει τα υπάρχοντα δίκτυα υποδομής: το οδικό δίκτυο, τις συγκοινωνίες, την ύδρευση, την αποχέτευση και το δίκτυο ηλεκτρισμού και τηλεπικοινωνιών. Οδική επικοινωνία υπάρχει καθημερινά με Αργοστόλι, ενώ υπάρχει θαλάσσια με Νυδρί και Ιθάκη, που αραιώνει τον χειμώνα. Έχει επίσης εξετάσει την τουριστική υποδομή, συντάσσει χάρτες ανάλυσης του συνολικού κτηριακού αποθέματος και με βάση αυτούς οδηγείται σε συγκεκριμμένες διαπιστώσεις για τις χρήσεις ισογείων και ορόφων, αριθμό ορόφων, κατάσταση κτηρίων, κατηγοριοποίηση κτηρίων ως προς την παλαιότητα και τον χαρακτηρισμό τους ως διατηρητέα, για το υπάρχον οδικό δίκτυο και τους κοινόχρηστους χώρους του οικισμού. Αναφέροντας τα υφιστάμενα προβλήματα γράφει προοιμιακά ότι «τα νέα κτίσματα του οικισμού σπανίως συνυπάρχουν αρμονικά με τα υφιστάμενα παλαιότερα παραδοσιακά κτίσματα», προκαλώντας αλλοιώσεις σε περιβαλλοντικό και σε πολεοδομικό-αρχιτεκτονικό επίπεδο. Και εξηγεί κάνοντας λόγο α. για την προσβολή του περιβάλλοντος χώρου απο την κατασκευή των τριών κυλινδρικών υδατοδεξαμενών σε σημείο που πλήττει την αισθητική του χώρου,  β. για τη δόμηση «εκτός του συνεκτικού ιστού του οικισμού και σε έδαφος που απο κανένα μέχρι σήμερα σχέδιο δεν προβλέπεται επέκταση». Πρόκειται για ογκώδεις οικοδομές που συνεπάγονται εκχερσώσεις με καταστροφή της αυτοφυούς βλάστησης και κακότεχνες διανοίξεις τσιμεντοστρωμένων δρόμων. Η μορφολογία του οικισμού διαφοροποιείται με την ανέγερση νέων κατοικιών που ακολουθούν άλλο πολεοδομικό πρότυπο, καθώς και εκμετάλλευση των κενών οικοπέδων για την ανέγερση ογκώδους ξενοδοχείου και εμπορικού συγκροτήματος που αλλοιώνουν την ατμόσφαιρα του παραδοσιακού οικισμού. Παράλληλα παρατηρείται τάση νεωτερισμού τόσο στον όγκο των νέων οικοδομών όσο και στην επιβάρυνση του κτίσματος με περιττά δομικά και μορφολογικά στοιχεία άσχετα προς την παραδοσιακή μορφολογική εικόνα, η οποία αλλοιώνεται επίσης απο τη χρήση αλλότριων υλικών, τσιμέντου, αλουμίνιου στα κουφώματα, χρήση εμφανών υαλοπινάκων, παραβίαση της αναλογίας ανοιγμάτων, κατασκευή κτισμάτων σε επικλινές έδαφος με κλιμακωτούς ορόφους με συνέπεια την καταστρατήγηση της υποχρεωτικής στέγασης με κεραμοσκεπή που χρησιμοποιείται μόνο στον τελευταίο όροφο. Και ορθά παρατηρείται ότι στους παραδοσιακούς οικισμούς δεν αρκεί η διατήρηση των παλαιών κτηρίων αλλά πρέπει να εναρμονίζεται προς το ύφος τους και κάθε νέα οικοδομή.

            Έχοντας συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία απο τη διερεύνηση της βιβλιογραφίας, των διεθνών αποφάσεων και της ελληνικής νομοθεσίας και με την εμπειρία της συστηματικής και διεξοδικής επιτόπιας έρευνας, η Μάνια Μπεριάτου καταλήγει με το τελευταίο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου της σε Μια πρόταση για το Φισκάρδο. Η σκέψη της στηρίζεται «στην ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης του οικισμού και την επισήμανση των βασικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει» δίνοντας ορισμένες «κατευθύνσεις σχετικά με τη βιώσιμη διαχείριση του οικισμού». Οι προτάσεις της αφορούν σε τέσσερις συγκεκριμμένους τομείς: α. τη μαζική κήρυξη των διατηρητέων, β. την ιεράρχηση του οδικού δικτύου και τη χωροθέτηση χώρων στάθμευσης, γ. τη χωροθέτηση κοινόχρηστων χώρων, δ. την κήρυξη ζώνης προστασίας τοπίου και τη χάραξη του αιγιαλού στη χερσόνησο του Φουρνιά. Με ιδιαίτερη ευαισθησία η συγγραφέας προτείνει όχι μόνο την κήρυξη διατηρητέων όλων των γενικά των προσεισμικών κτισμάτων του οικισμού αλλά και τεσσάρων μετασεισμικών της κατηγορίας της αρωγής που αποτελούν ενιαίο σύνολο αρχιτεκτονικής σύλληψης και γειτονεύουν με τον αρχαιολογικό χώρο. Προτείνεται επίσης η αυστηρή εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για την ανέγερση νέων οικοδομών. Με ανάλογο σεβασμό και αυστηρό έλεγχο πρέπει να αντιμετωπίζεται η ανέγερση οικοδομών στο θαλάσσιο μέτωπο. Ως προς τους κοινόχρηστους χώρους του οικισμού προτείνεται χωροθέτηση αθλητικών εγκαταστάσεων και παιδικής ψυχαγωγίας παράλληλα με πρόβλεψη χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, χωροθέτηση υπαίθριου θεάτρου, μονάδα αφαλάτωσης, επέκταση της υπάρχουσας παιδικής χαράς, οικοδόμηση δύο κτηρίων πολιτισμικών δραστηριοτήτων πάντοτε σε αρμονία με το ύφος του παραδοσιακού οικισμού και τέλος ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου και δημόσια χρήση των γειτονικών κτισμάτων ως ιατρείου, αστυνομίας, εκθετήριο αρχαιολογικών ευρημάτων κ.ά. Ειδικά μέτρα προτείνονται για την ιεράρχηση του οδικού δικτύου και τη δημιουργία χώρων στάθμευσης σε συγκεκριμμένες θέσεις. Αναλύονται επίσης τα ζητήματα που σχετίζονται με τη ζώνη προστασίας τοπίου απο τη χερσόνησο του Φουρνιά (ήδη κηρυγμένη ως αρχαιολογικός χώρος) μέχρι και τον όρμο στο Φώκι. Η ζώνη περιλαμβάνει όλη την έκταση του οικισμού που έχει κηρυχθεί ως τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους (ΤΙΦΚ), ενώ ο θαλάσσιος χώρος νότια του Φισκάρδου έχει κηρυχθεί ως ενάλιος αρχαιολογικός χώρος. Τέλος προτείνεται η ολοκλήρωση της χάραξης του αιγιαλού στη χερσόνησο του Φουρνιά και η ολοκλήρωση της υπογειοποίησης του δικτύου της ΔΕΗ σε όλο τον οικισμό.

            Το βιβλίο συμπληρώνεται με την απαραίτητη τεκμηρίωση στην οποία περιλαμβάνονται 33 τίτλοι αυτοτελών βιβλίων, 64 τίτλοι ειδικών άρθρων, 16 τίτλοι ανέκδοτων μελετών και ερευνών, 25 επιστημονικές εκδηλώσεις και 5 ιστότοποι. Σε παράρτημα δημοσιεύονται α. 6 Χάρτες ανάλυσης (χρήσεις ισογείων, χρήσεις ορόφων, αριθμός ορόφων, κατάσταση κτηρίων, παλαιότητα και διατηρητέα, ιεράρχηση οδικού δικτύου), β. Πινακίδες κατηγοριοποίησης κτηρίων οικισμού βάσει παλαιότητας (προσεισμικά 55 περιπτώσεις - φωτογραφίες κτηρίων, μετασεισμικά 29 περιπτώσεις, σύγχρονα 77 περιπτώσεις) γ. 4 Χάρτες πρότασης (κήρυξη διατηρητέων, δίκτυο κοινόχρηστων χώρων, προτεινόμενη ιεράρχηση οδικού δικτύου, χώνες προστασίας). Τό σύνολο βιβλίο τεκμηριώνεται επίσης με την παράθεση πλούσιας εικονογράφησης: 57 εικόνες γραφημάτων, χαρτών και φωτογραφιών.

            Το βιβλίο για το Φισκάρδο της Μάνιας Μπεριάτου, που προλογίζεται εγκωμιαστικά απο τον καθηγητή Σάββα Κοντραράτο, αποτελείται απο 118 σελίδες και περιβάλλεται απο ένα εντυπωσιακό εξώφυλλο, που προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το Φισκάρδο έχει εραστές, περαστικούς ή μονιμότερους. Ωστόσο, έχει και ανθρώπους που το αγαπούν και που ενδιαφέρονται για την τύχη του. Και για να μη χάσει αυτό που δεν του αφαίρεσε ο Εγκέλαδος, την ψυχή του. Με το βιβλίο της η Μάνια Μπεριάτου εκθέτει καταστάσεις, επισημαίνει κινδύνους και προτείνει πραγματιστικές και εφαρμόσιμες λύσεις που θα συγκρατήσουν ή θα αποτρέψουν την ολίσθηση του Φισκάρδου σε τόπο παρακμιακού και αδιάφορου εκμεταλλευτικού τουρισμού. Γιατί θεωρεί ότι το κύριο στοιχείο είναι η ορθολογική και σύμφωνη με την ποιότητα του χώρου ανάπτυξη, ο εκσυγχρονισμός χωρίς απογύμνωση του χαρακτήρα και της ψυχής τόπου και ανθρώπων. Πρόκειται με λίγα λόγια για ένα βιβλίο που χωρίς να αναλύεται σε συναισθηματισμούς ρομαντικού κλίματος βάζει το νυστέρι της επιστημονικής έρευνας στις πληγές και προτείνει λογικούς και τεκμηριωμένους τρόπους θεραπείας που θα κρατήσουν στο μέλλον σε υγιή βίο τον οικισμό. Είναι έργο που προϋποθέτει επιστημονική παρασκευή, έρευνα, γνώση και προπαντός αγάπη για τον τόπο. Το πρόβλημα είναι κατα πόσον αυτοί που θέλουν να εκμεταλλευθούν την ποιότητα του χώρου είναι πρόθυμοι να συνταχθούν με τις απαιτήσεις του τόπου και να σεβαστούν την ψυχή του. Ας το επιδιώξουμε και ας το ευχηθούμε.

επιστροφή στην κορυφή